MathGreeceMathGreece

Τυπολόγιο: Κατεύθυνσης Γ΄ Λυκείου

Όλοι οι τύποι και οι βασικοί κανόνες της ύλης Κατεύθυνσης Γ΄ Λυκείου, μάθημα-μάθημα. Πάτα σε ένα μάθημα για όλη τη θεωρία του, με παραδείγματα και συχνά λάθη.

1. Όριο – Συνέχεια συνάρτησης

1.1 Πραγματικοί αριθμοί

Φυσικοί ℕ = {0, 1, 2, …}, ακέραιοι ℤ = {…, −2, −1, 0, 1, 2, …}, ρητοί ℚ = {μν : μ, ν ∈ ℤ, ν ≠ 0}, πραγματικοί ℝ. Ισχύει ℕ ⊆ ℤ ⊆ ℚ ⊆ ℝ.

α > β ⇔ α − β > 0  α < β ⇔ α − β < 0
[α, β] = {x ∈ ℝ : α ≤ x ≤ β}  (α, β) = {x ∈ ℝ : α < x < β}
[α, β) = {x : α ≤ x < β}  (α, β] = {x : α < x ≤ β}
[α, +∞) = {x : x ≥ α}  (α, +∞) = {x : x > α}  (−∞, α] = {x : x ≤ α}  (−∞, α) = {x : x < α}

|α| = α αν α ≥ 0 και |α| = −α αν α < 0. Γεωμετρικά είναι η απόσταση του α από το 0· η |α − β| είναι η απόσταση των α, β.

|α| ≥ 0  |α| = |−α|  |α|2 = α2  −|α| ≤ α ≤ |α|
|αβ| = |α| · |β|  |αβ| = ∣α∣∣β∣
|α + β| ≤ |α| + |β|  ||α| − |β|| ≤ |α − β|
|x| = θ ⇔ x = ±θ (θ > 0)  |x| = |α| ⇔ x = ±α
|x − x0| < ρ ⇔ x0 − ρ < x < x0 + ρ  |x − x0| > ρ ⇔ x < x0 − ρ ή x > x0 + ρ

Για α ≥ 0, η ν√α είναι ο μη αρνητικός αριθμός που, όταν υψωθεί στη ν, δίνει α.

√α2 = |α|  (ν√α)ν = α  ν√αν = α (α ≥ 0)
ν√αβ = ν√α · ν√β  ν√αβ = ν√αν√β  μ√ν√α = μν√α
αμν = ν√αμ  (α > 0)

Άρρητη εξίσωση √f(x) = g(x) ⇔ f(x) = g2(x) και g(x) ≥ 0 (το f(x) ≥ 0 τότε ισχύει αυτόματα).

1.2 Συναρτήσεις

Έστω A υποσύνολο του ℝ. Πραγματική συνάρτηση με πεδίο ορισμού το A λέγεται μια διαδικασία f με την οποία κάθε στοιχείο x ∈ A αντιστοιχίζεται σε ένα μόνο πραγματικό αριθμό y = f(x).

Σύνολο τιμών της f: f(A) = {y : y = f(x) για κάποιο x ∈ A}.

Γραφική παράσταση της f: Cf = {M(x, y) : y = f(x), x ∈ A}.

logαx = y ⇔ αy = x  αlogαx = x  logααx = x  ln ex = x  eln x = x
logα(x1x2) = logαx1 + logαx2  logαx1x2 = logαx1 − logαx2  logαxκ = κ logαx
αx = ex ln α

Δύο συναρτήσεις f, g είναι ίσες όταν έχουν το ίδιο πεδίο ορισμού A και f(x) = g(x) για κάθε x ∈ A.

(f + g)(x) = f(x) + g(x)  (f − g)(x) = f(x) − g(x)  (fg)(x) = f(x)g(x)  με πεδίο A ∩ B
(fg)(x) = f(x)g(x)  με πεδίο {x ∈ A ∩ B : g(x) ≠ 0}

Αν f με πεδίο A και g με πεδίο B, η σύνθεση g ∘ f ορίζεται από (g ∘ f)(x) = g(f(x)) με πεδίο ορισμού A1 = {x ∈ A : f(x) ∈ B}. Ορίζεται όταν A1 ≠ ∅.

1.3 Μονότονες συναρτήσεις – Αντίστροφη συνάρτηση

Η f λέγεται γνησίως αύξουσα σε διάστημα Δ του πεδίου ορισμού της όταν για οποιαδήποτε x1, x2 ∈ Δ με x1 < x2 ισχύει f(x1) < f(x2).

Η f λέγεται γνησίως φθίνουσα στο Δ όταν για x1 < x2 στο Δ ισχύει f(x1) > f(x2).

Η f με πεδίο A παρουσιάζει στο x0 ∈ A (ολικό) μέγιστο το f(x0) όταν f(x) ≤ f(x0) για κάθε x ∈ A, και (ολικό) ελάχιστο όταν f(x) ≥ f(x0) για κάθε x ∈ A.

Η f: A → ℝ λέγεται 1–1 όταν για οποιαδήποτε x1, x2 ∈ A ισχύει: x1 ≠ x2 ⇒ f(x1) ≠ f(x2).

Ισοδύναμα: f(x1) = f(x2) ⇒ x1 = x2
Αν μια συνάρτηση είναι γνησίως μονότονη, τότε είναι 1–1.

Αν f: A → ℝ είναι 1–1, ορίζεται η αντίστροφη f−1: f(A) → ℝ με f−1(y) = x ⇔ f(x) = y. Έχει πεδίο ορισμού το σύνολο τιμών f(A) της f και σύνολο τιμών το A.

f−1(f(x)) = x, x ∈ A  f(f−1(y)) = y, y ∈ f(A)
Οι γραφικές παραστάσεις Cf και Cf−1 είναι συμμετρικές ως προς την ευθεία y = x (διχοτόμο της 1ης και 3ης γωνίας των αξόνων).

1.4 Όριο συνάρτησης στο x₀ ∈ ℝ

Γράφουμε limx→x0 f(x) = ℓ και λέμε ότι η f έχει όριο στο x0 τον αριθμό ℓ, όταν οι τιμές f(x) προσεγγίζουν όσο θέλουμε το ℓ, για τα x που είναι αρκετά κοντά στο x0 (με x ≠ x0).

Αν το όριο υπάρχει, είναι μοναδικό.

limx→x0− f(x) = ℓ1: όριο από αριστερά (x < x0)· limx→x0+ f(x) = ℓ2: όριο από δεξιά (x > x0).

Αν η f ορίζεται σε (α, x0) ∪ (x0, β), τότε: limx→x0 f(x) = ℓ ⇔ limx→x0− f(x) = limx→x0+ f(x) = ℓ.
limx→x0 f(x) = ℓ ⇔ limx→x0 (f(x) − ℓ) = 0 ⇔ limh→0 f(x0 + h) = ℓ
limx→x0 x = x0  limx→x0 c = c
Αν limx→x0 f(x) > 0, τότε f(x) > 0 κοντά στο x0. Αν limx→x0 f(x) < 0, τότε f(x) < 0 κοντά στο x0.
Αν οι f, g έχουν όριο στο x0 και f(x) ≤ g(x) κοντά στο x0, τότε limx→x0 f(x) ≤ limx→x0 g(x).

1.5 Ιδιότητες των ορίων

Αν limx→x0 f(x) = ℓ1 και limx→x0 g(x) = ℓ2 (πραγματικοί αριθμοί), τότε:
lim (f + g) = ℓ1 + ℓ2  lim (κf) = κℓ1  lim (f · g) = ℓ1 · ℓ2
lim fg = ℓ1ℓ2 (ℓ2 ≠ 0)  lim |f| = |ℓ1|  lim κ√f = κ√ℓ1 (f ≥ 0 κοντά στο x0)
lim [f(x)]ν = ℓ1ν
Για πολυώνυμο P: limx→x0 P(x) = P(x0). Για ρητή PQ με Q(x0) ≠ 0: limx→x0 P(x)Q(x) = P(x0)Q(x0).
Έστω f, g, h τέτοιες ώστε h(x) ≤ f(x) ≤ g(x) κοντά στο x0. Αν limx→x0 h(x) = limx→x0 g(x) = ℓ, τότε limx→x0 f(x) = ℓ.
|ημx| ≤ |x| για κάθε x ∈ ℝ (ισότητα μόνο για x = 0)
limx→x0 ημx = ημx0  limx→x0 συνx = συνx0
limx→0 ημxx = 1  limx→0 συνx − 1x = 0

Για το limx→x0 f(g(x)): θέτουμε u = g(x), βρίσκουμε u0 = limx→x0 g(x) (αν υπάρχει) και ℓ = limu→u0 f(u). Αν g(x) ≠ u0 κοντά στο x0, τότε limx→x0 f(g(x)) = ℓ.

1.6 Μη πεπερασμένο όριο στο x₀ ∈ ℝ

limx→x0 f(x) = +∞ όταν οι τιμές f(x) γίνονται μεγαλύτερες από οποιονδήποτε θετικό αριθμό, για x αρκετά κοντά στο x0. Ανάλογα το −∞.

limx→0 1x2 = +∞  limx→0+ 1x = +∞  limx→0− 1x = −∞
limx→0 1x2ν = +∞  limx→0± 1x2ν+1 = ±∞
limx→0+ ln x = −∞

Απροσδιόριστες μορφές: (+∞) + (−∞), 0 · (±∞), 00, ±∞±∞. Σε αυτές το όριο βρίσκεται με μετασχηματισμούς.

1.7 Όριο συνάρτησης στο άπειρο

limx→+∞ f(x) = ℓ όταν οι τιμές f(x) πλησιάζουν όσο θέλουμε το ℓ για x αρκετά μεγάλα (η f ορίζεται σε διάστημα (α, +∞)). Ανάλογα στο −∞ και για άπειρα όρια.

limx→+∞ xν = +∞  limx→−∞ xν = +∞ (ν άρτιος), −∞ (ν περιττός)
limx→±∞ 1xν = 0
Για πολυώνυμο: limx→±∞ (ανxν + … + α0) = limx→±∞ ανxν (αν ≠ 0).
Για ρητή συνάρτηση: limx→±∞ ανxν + …βκxκ + … = limx→±∞ ανxνβκxκ.
α > 1: limx→+∞ αx = +∞,  limx→−∞ αx = 0,  limx→+∞ logαx = +∞,  limx→0+ logαx = −∞
0 < α < 1: limx→+∞ αx = 0,  limx→−∞ αx = +∞,  limx→+∞ logαx = −∞,  limx→0+ logαx = +∞

Ακολουθία είναι συνάρτηση α: ℕ* → ℝ, με αν = α(ν). lim αν = ℓ όταν οι όροι αν πλησιάζουν όσο θέλουμε το ℓ για ν αρκετά μεγάλα. Ισχύουν οι ίδιες ιδιότητες με το όριο στο +∞.

1.8 Συνέχεια συνάρτησης

Μια συνάρτηση f λέγεται συνεχής στο σημείο x0 του πεδίου ορισμού της όταν limx→x0 f(x) = f(x0).

Συνεχής συνάρτηση λέγεται αυτή που είναι συνεχής σε κάθε σημείο του πεδίου ορισμού της.

Αν f, g συνεχείς στο x0, τότε συνεχείς στο x0 είναι και οι f + g, cf, fg, fg (g(x0) ≠ 0), |f|, ν√f. Αν f συνεχής στο x0 και g συνεχής στο f(x0), τότε η g ∘ f είναι συνεχής στο x0.

Η f είναι συνεχής σε ανοικτό διάστημα (α, β) όταν είναι συνεχής σε κάθε σημείο του. Είναι συνεχής σε κλειστό [α, β] όταν είναι συνεχής στο (α, β) και limx→α+ f(x) = f(α), limx→β− f(x) = f(β).

Θεώρημα Bolzano. Έστω f ορισμένη σε κλειστό διάστημα [α, β]. Αν η f είναι συνεχής στο [α, β] και f(α) · f(β) < 0, τότε υπάρχει ένα τουλάχιστον x0 ∈ (α, β) ώστε f(x0) = 0.
Έστω f ορισμένη σε κλειστό διάστημα [α, β]. Αν η f είναι συνεχής στο [α, β] και f(α) ≠ f(β), τότε για κάθε αριθμό η μεταξύ των f(α) και f(β) υπάρχει ένας τουλάχιστον x0 ∈ (α, β) τέτοιος ώστε f(x0) = η.
Αν f είναι συνεχής συνάρτηση στο [α, β], τότε η f παίρνει στο [α, β] μια μέγιστη τιμή M και μια ελάχιστη τιμή m: υπάρχουν x1, x2 ∈ [α, β] με m = f(x1) ≤ f(x) ≤ f(x2) = M για κάθε x ∈ [α, β].
f γνησίως αύξουσα και συνεχής: f([α, β]) = [f(α), f(β)],  f((α, β)) = (limx→α+ f(x), limx→β− f(x))
f γνησίως φθίνουσα και συνεχής: f([α, β]) = [f(β), f(α)],  f((α, β)) = (limx→β− f(x), limx→α+ f(x))

2. Διαφορικός λογισμός

2.1 Η έννοια της παραγώγου

Μια συνάρτηση f λέγεται παραγωγίσιμη σε ένα σημείο x0 του πεδίου ορισμού της, αν υπάρχει το όριο limx→x0 f(x) − f(x0)x − x0 και είναι πραγματικός αριθμός. Το όριο λέγεται παράγωγος της f στο x0, f′(x0).

f′(x0) = limx→x0 f(x) − f(x0)x − x0 = limh→0 f(x0 + h) − f(x0)h

Εφαπτομένη της Cf στο A(x0, f(x0)) είναι η ευθεία που διέρχεται από το A και έχει συντελεστή διεύθυνσης f′(x0):

ε: y − f(x0) = f′(x0)(x − x0)
Αν μια συνάρτηση f είναι παραγωγίσιμη σε ένα σημείο x0, τότε είναι και συνεχής στο σημείο αυτό.

2.2 Παραγωγίσιμες συναρτήσεις – Παράγωγος συνάρτηση

Η f είναι παραγωγίσιμη στο πεδίο ορισμού της A (ή σε υποσύνολο B) όταν είναι παραγωγίσιμη σε κάθε σημείο του. Σε ανοικτό (α, β) όταν είναι παραγωγίσιμη σε κάθε σημείο του· σε κλειστό [α, β] όταν επιπλέον υπάρχουν πεπερασμένα τα limx→α+ f(x) − f(α)x − α και limx→β− f(x) − f(β)x − β.

Παράγωγος συνάρτηση (πρώτη παράγωγος) f′: x ↦ f′(x), ορισμένη στο σύνολο A1 των σημείων όπου η f είναι παραγωγίσιμη.

Η σταθερή συνάρτηση f(x) = c έχει f′(x) = 0.
Η f(x) = x έχει f′(x) = 1.
Η f(x) = xν, ν ∈ ℕ − {0, 1}, έχει f′(x) = νxν−1.
Η f(x) = √x είναι παραγωγίσιμη στο (0, +∞) με f′(x) = 12√x.
(ημx)′ = συνx  (συνx)′ = −ημx
(ex)′ = ex  (ln x)′ = 1x, x > 0

2.3 Κανόνες παραγώγισης

Αν f, g παραγωγίσιμες στο x0, τότε η f + g είναι παραγωγίσιμη στο x0 και (f + g)′(x0) = f′(x0) + g′(x0).
(f · g)′(x0) = f′(x0)g(x0) + f(x0)g′(x0).
(cf)′ = cf′  (fgh)′ = f′gh + fg′h + fgh′
Αν f, g παραγωγίσιμες στο x0 και g(x0) ≠ 0: (fg)′(x0) = f′(x0)g(x0) − f(x0)g′(x0)[g(x0)]2.
Η f(x) = x−ν, ν ∈ ℕ*, είναι παραγωγίσιμη στο ℝ* με f′(x) = −νx−ν−1.
(εφx)′ = 1συν2x για κάθε x με συνx ≠ 0.
(σφx)′ = −1ημ2x, ημx ≠ 0
Αν η g είναι παραγωγίσιμη στο x0 και η f παραγωγίσιμη στο g(x0), τότε η f ∘ g είναι παραγωγίσιμη στο x0 και (f ∘ g)′(x0) = f′(g(x0)) · g′(x0).
Η f(x) = xα, α ∈ ℝ − ℤ, είναι παραγωγίσιμη στο (0, +∞) με f′(x) = αxα−1.
Η f(x) = αx, α > 0, είναι παραγωγίσιμη στο ℝ με f′(x) = αx ln α.
Η f(x) = ln|x|, x ≠ 0, είναι παραγωγίσιμη με f′(x) = 1x.
(gν)′ = νgν−1g′  (√g)′ = g′2√g  (eg)′ = egg′  (ln g)′ = g′g
(ημg)′ = συνg · g′  (συνg)′ = −ημg · g′  (εφg)′ = g′συν2g  (αg)′ = αg ln α · g′

2.4 Ρυθμός μεταβολής

Αν δύο μεταβλητά μεγέθη x, y συνδέονται με y = f(x) και η f είναι παραγωγίσιμη στο x0, ο ρυθμός μεταβολής του y ως προς x στο x0 είναι η παράγωγος f′(x0).

2.5 Το θεώρημα μέσης τιμής διαφορικού λογισμού

Θεώρημα Rolle. Αν μια συνάρτηση f είναι συνεχής στο κλειστό [α, β], παραγωγίσιμη στο ανοικτό (α, β) και f(α) = f(β), τότε υπάρχει ένα τουλάχιστον ξ ∈ (α, β) τέτοιο ώστε f′(ξ) = 0.
Αν μια συνάρτηση f είναι συνεχής στο [α, β] και παραγωγίσιμη στο (α, β), τότε υπάρχει ένα τουλάχιστον ξ ∈ (α, β) τέτοιο ώστε f′(ξ) = f(β) − f(α)β − α.

2.6 Συνέπειες του θεωρήματος μέσης τιμής

Έστω f συνεχής σε διάστημα Δ. Αν f′(x) = 0 για κάθε εσωτερικό σημείο x του Δ, τότε η f είναι σταθερή σε όλο το Δ.
Έστω f, g συνεχείς σε διάστημα Δ με f′(x) = g′(x) για κάθε εσωτερικό σημείο x του Δ. Τότε υπάρχει σταθερά c ώστε f(x) = g(x) + c για κάθε x ∈ Δ.
Έστω f συνεχής σε διάστημα Δ. Αν f′(x) > 0 σε κάθε εσωτερικό σημείο του Δ, η f είναι γνησίως αύξουσα σε όλο το Δ. Αν f′(x) < 0, είναι γνησίως φθίνουσα σε όλο το Δ.

2.7 Τοπικά ακρότατα συνάρτησης

Η f με πεδίο A παρουσιάζει τοπικό μέγιστο στο x0 ∈ A όταν υπάρχει δ > 0 ώστε f(x) ≤ f(x0) για κάθε x ∈ A ∩ (x0 − δ, x0 + δ). Ανάλογα το τοπικό ελάχιστο (f(x) ≥ f(x0)).

Θεώρημα Fermat. Έστω f ορισμένη σε διάστημα Δ και x0 εσωτερικό σημείο του Δ. Αν η f παρουσιάζει τοπικό ακρότατο στο x0 και είναι παραγωγίσιμη στο σημείο αυτό, τότε f′(x0) = 0.

Κρίσιμα σημεία: τα εσωτερικά σημεία του Δ όπου η f′ μηδενίζεται ή δεν υπάρχει. Οι πιθανές θέσεις τοπικών ακροτάτων είναι τα κρίσιμα σημεία και τα άκρα του Δ (όπου ανήκουν στο πεδίο).

Έστω f παραγωγίσιμη σε (α, β), με εξαίρεση ίσως ένα σημείο x0, στο οποίο όμως είναι συνεχής. Αν f′(x) > 0 στο (α, x0) και f′(x) < 0 στο (x0, β), τότε το f(x0) είναι τοπικό μέγιστο. Αν f′(x) < 0 στο (α, x0) και f′(x) > 0 στο (x0, β), είναι τοπικό ελάχιστο. Αν η f′ διατηρεί πρόσημο στο (α, x0) ∪ (x0, β), δεν υπάρχει ακρότατο στο x0 και η f είναι γνησίως μονότονη στο (α, β).

2.8 Κυρτότητα – Σημεία καμπής

Έστω f συνεχής σε διάστημα Δ και παραγωγίσιμη στο εσωτερικό του. Η f λέγεται κυρτή (στρέφει τα κοίλα άνω) στο Δ όταν η f′ είναι γνησίως αύξουσα στο εσωτερικό του Δ, και κοίλη (στρέφει τα κοίλα κάτω) όταν η f′ είναι γνησίως φθίνουσα.

Έστω f συνεχής σε διάστημα Δ και δύο φορές παραγωγίσιμη στο εσωτερικό του. Αν f″(x) > 0 για κάθε εσωτερικό x, η f είναι κυρτή στο Δ. Αν f″(x) < 0, η f είναι κοίλη στο Δ.

Έστω f παραγωγίσιμη σε (α, β) με εξαίρεση ίσως ένα σημείο x0 στο οποίο είναι συνεχής. Αν η f είναι κυρτή στο (α, x0) και κοίλη στο (x0, β) (ή αντίστροφα) και η Cf έχει εφαπτομένη στο A(x0, f(x0)), τότε το A λέγεται σημείο καμπής.

Αν το A(x0, f(x0)) είναι σημείο καμπής της Cf και η f είναι δύο φορές παραγωγίσιμη στο x0, τότε f″(x0) = 0.

2.9 Ασύμπτωτες – Κανόνες de l'Hospital

Η ευθεία x = x0 λέγεται κατακόρυφη ασύμπτωτη της Cf αν ένα τουλάχιστον από τα limx→x0+ f(x), limx→x0− f(x) είναι +∞ ή −∞.

Η ευθεία y = ℓ λέγεται οριζόντια ασύμπτωτη της Cf στο +∞ (αντίστοιχα στο −∞) αν limx→+∞ f(x) = ℓ (αντίστοιχα limx→−∞ f(x) = ℓ).

Η ευθεία y = λx + β λέγεται ασύμπτωτη (πλάγια αν λ ≠ 0) της Cf στο +∞ αν limx→+∞ [f(x) − (λx + β)] = 0. Ανάλογα στο −∞.

Η y = λx + β είναι ασύμπτωτη της Cf στο +∞ αν και μόνο αν limx→+∞ f(x)x = λ ∈ ℝ και limx→+∞ [f(x) − λx] = β ∈ ℝ. Ανάλογα στο −∞.
(Μορφή 00) Αν limx→x0 f(x) = 0, limx→x0 g(x) = 0, x0 ∈ ℝ ∪ {−∞, +∞}, και υπάρχει το limx→x0 f′(x)g′(x) (πεπερασμένο ή άπειρο), τότε limx→x0 f(x)g(x) = limx→x0 f′(x)g′(x).
(Μορφή +∞+∞) Αν limx→x0 f(x) = ±∞, limx→x0 g(x) = ±∞ και υπάρχει το lim f′(x)g′(x), τότε lim f(x)g(x) = lim f′(x)g′(x).
limx→+∞ ln xx = 0  limx→+∞ exxν = +∞  limx→0+ x ln x = 0

3. Ολοκληρωτικός λογισμός

3.1 Αρχική συνάρτηση – Αόριστο ολοκλήρωμα

Έστω f ορισμένη σε διάστημα Δ. Αρχική συνάρτηση (ή παράγουσα) της f στο Δ λέγεται κάθε συνάρτηση F παραγωγίσιμη στο Δ με F′(x) = f(x) για κάθε x ∈ Δ.

Έστω f ορισμένη σε διάστημα Δ. Αν F είναι μια αρχική της f στο Δ, τότε όλες οι συναρτήσεις G(x) = F(x) + c, c ∈ ℝ, είναι αρχικές της f στο Δ, και κάθε άλλη αρχική G της f στο Δ παίρνει τη μορφή G(x) = F(x) + c.
f(x) = 0 → F(x) = c  f(x) = 1 → F(x) = x + c
f(x) = xα (α ≠ −1) → F(x) = xα+1α + 1 + c  f(x) = 1x → F(x) = ln|x| + c
f(x) = 1√x → F(x) = 2√x + c
f(x) = ημx → F(x) = −συνx + c  f(x) = συνx → F(x) = ημx + c
f(x) = 1συν2x → F(x) = εφx + c  f(x) = −1ημ2x → F(x) = σφx + c
f(x) = ex → F(x) = ex + c  f(x) = αx → F(x) = αxln α + c

3.2 Μέθοδοι ολοκλήρωσης

∫f(x)g′(x)dx = f(x)g(x) − ∫f′(x)g(x)dx  (παραγοντική)
∫f(g(x))g′(x)dx = ∫f(u)du, u = g(x)  (αντικατάσταση)

3.3 Διαφορικές εξισώσεις

f′(x) = f(x) για κάθε x ∈ ℝ ⇔ f(x) = cex

3.4 Ορισμένο ολοκλήρωμα

Χωρίζουμε το [α, β] σε ν ισομήκη υποδιαστήματα πλάτους Δx = β − αν με σημεία x0 = α < x1 < … < xν = β και διαλέγουμε ξκ ∈ [xκ−1, xκ]. Το άθροισμα Sν = f(ξ1)Δx + … + f(ξν)Δx λέγεται άθροισμα Riemann.

Για συνεχή f στο [α, β], το όριο limν→∞ Sν υπάρχει στο ℝ και είναι ανεξάρτητο από την επιλογή των ξκ. Λέγεται ορισμένο ολοκλήρωμα της f από το α στο β: ∫αβ f(x)dx.
Αν f ≥ 0 στο [α, β], τότε ∫αβ f(x)dx ≥ 0, και ισούται με το εμβαδόν E(Ω).
∫αβ c dx = c(β − α)
Έστω f, g συνεχείς στο [α, β] και λ, μ ∈ ℝ. Τότε:
∫αβ λf(x)dx = λ∫αβ f(x)dx  ∫αβ [f(x) + g(x)]dx = ∫αβ f(x)dx + ∫αβ g(x)dx
∫αβ [λf(x) + μg(x)]dx = λ∫αβ f(x)dx + μ∫αβ g(x)dx
Αν f συνεχής σε διάστημα Δ και α, β, γ ∈ Δ, τότε ∫αβ f(x)dx = ∫αγ f(x)dx + ∫γβ f(x)dx.
Έστω f συνεχής στο [α, β]. Αν f(x) ≥ 0 για κάθε x ∈ [α, β] και η f δεν είναι παντού μηδέν στο διάστημα αυτό, τότε ∫αβ f(x)dx > 0.

3.5 Η συνάρτηση F(x) = ∫ₐˣ f(t)dt – Θεμελιώδες θεώρημα

Αν f είναι συνεχής συνάρτηση σε διάστημα Δ και α ένα σημείο του Δ, τότε η συνάρτηση F(x) = ∫αx f(t)dt, x ∈ Δ, είναι μια αρχική της f στο Δ, δηλαδή (∫αx f(t)dt)′ = f(x) για κάθε x ∈ Δ.
(∫αg(x) f(t)dt)′ = f(g(x)) · g′(x)  (όταν ορίζεται η σύνθεση)
Έστω f συνεχής συνάρτηση σε διάστημα [α, β]. Αν G είναι μια αρχική της f στο [α, β], τότε ∫αβ f(t)dt = G(β) − G(α).
∫αβ f(x)dx = [G(x)]αβ = G(β) − G(α)
Παραγοντική: ∫αβ f(x)g′(x)dx = [f(x)g(x)]αβ − ∫αβ f′(x)g(x)dx  (f′, g′ συνεχείς)
Αντικατάσταση: ∫αβ f(g(x))g′(x)dx = ∫u1u2 f(u)du,  u = g(x), u1 = g(α), u2 = g(β)  (f, g′ συνεχείς)

3.7 Εμβαδόν επίπεδου χωρίου

Αν f συνεχής στο [α, β] και f(x) ≥ 0, το εμβαδόν του χωρίου Ω που ορίζεται από τη Cf, τον x′x και τις x = α, x = β είναι E(Ω) = ∫αβ f(x)dx.
Αν f(x) ≤ 0 στο [α, β], τότε E(Ω) = −∫αβ f(x)dx.
Αν f, g συνεχείς στο [α, β] και f(x) ≥ g(x) για κάθε x ∈ [α, β], το εμβαδόν του χωρίου μεταξύ των Cf, Cg και των x = α, x = β είναι E(Ω) = ∫αβ (f(x) − g(x))dx.
Γενικά: E = ∫αβ |f(x) − g(x)| dx

Όλα τα μαθήματα: Κατεύθυνσης Γ΄ Λυκείου →